Η τριχοειδοσκόπηση αποτελεί μία εξειδικευμένη, μη επεμβατική διαγνωστική μέθοδο που επιτρέπει την άμεση παρατήρηση της μικροκυκλοφορίας στο επίπεδο των νυχιών. Παρότι είναι ευρέως γνωστή για τη χρήση της στη διερεύνηση του φαινομένου Raynaud, η αξία της εκτείνεται πολύ πέρα από αυτό.
Πρόκειται για ένα πολύτιμο εργαλείο στην πρώιμη διάγνωση και την παρακολούθηση συστηματικών ρευματικών νοσημάτων, όπως η συστηματική σκλήρυνση, ο ερυθηματώδης λύκος, η μικτή νόσος του συνδετικού ιστού, οι μυοσίτιδες και άλλες αυτοάνοσες παθήσεις. Η αξιολόγηση των τριχοειδικών αγγείων παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για τη δραστηριότητα και την πρόγνωση της νόσου, καθοδηγώντας τη θεραπευτική προσέγγιση με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Στη σύγχρονη ρευματολογία, η τριχοειδοσκόπηση έχει αναδειχθεί σε βασικό εργαλείο για την έγκαιρη ανίχνευση και σταδιοποίηση συστηματικών νοσημάτων, με κυριότερο παράδειγμα τη συστηματική σκλήρυνση (σκληρόδερμα). Τα παθολογικά τριχοειδικά πρότυπα που ανιχνεύονται, όπως οι διατεταμένοι και ανώμαλοι βρόχοι, η απώλεια τριχοειδικών αγγείων και η παρουσία μικροαιμορραγιών, αποτελούν σημαντικούς διαγνωστικούς δείκτες και έχουν ενταχθεί στα διαγνωστικά κριτήρια της νόσου. Αντίστοιχα, η φυσιολογική τριχοειδοσκοπική εικόνα έχει σημαντική αρνητική προγνωστική αξία, μειώνοντας αισθητά την πιθανότητα υποκείμενου συστηματικού νοσήματος, και καθησυχάζοντας τόσο τον κλινικό όσο και τον ασθενή.
Το 2013 ολοκλήρωσα την εκπαίδευσή μου στην τεχνική της τριχοειδοσκόπησης στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας, υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Maurizio Cutolo, ενός εκ των πρωτοπόρων στον τομέα της μικροκυκλοφορίας και της ρευματολογίας. Έκτοτε, έχω πραγματοποιήσει μεγάλο αριθμό εξετάσεων σε ασθενείς με ποικίλες ρευματολογικές και αυτοάνοσες παθήσεις, αποκτώντας εκτεταμένη εμπειρία στην ερμηνεία των ευρημάτων και στην ένταξή τους στο συνολικό κλινικό προφίλ του ασθενούς.





